Monachus monachus

Kείμενο Κόκκινου Βιβλίου: 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΒΙΒΛΙΟ

1α. Επιστημονικό όνομα: 
Monachus monachus (Hermann, 1779)
1β. Συνώνυμα: 

----------

1γ. Ελληνικό κοινό όνομα: 
Μεσογειακή φώκια
1δ. Αγγλικό κοινό όνομα: 
Mediterranean monk seal
2α. Τάξη: 
Σαρκοφάγα (Carnivora),
2β. Οικογένεια: 
Φωκίδες (Phocidae)
3i. Εξάπλωση: 

Η Μεσογειακή φώκια επιβιώνει σήμερα σε τρεις κυρίως, απομονωμένους μεταξύ τους, πληθυσμούς. Οι δυο από αυτούς βρίσκονται στον Ατλαντικό ωκεανό και πιο συγκεκριμένα ο ένας στο νησιωτικό σύμπλεγμα της Μαδέρα και ο δεύτερος στην ακτή Cabo Blanco της Μαυριτανίας. Ο τρίτος και μεγαλύτερος από όλους βρίσκεται στην ανατολική Μεσόγειο και πιο συγκεκριμένα στο Ιόνιο και το Αιγαίο Πέλαγος καθώς και στα μεσογειακά παράλια της Τουρκίας (Johnson et al. 2006). Το είδος δεν είναι ενδημικό στην Ελλάδα. Στη χώρα όμως, σύμφωνα με πρόσφατα δεδομένα (Johnson et al. 2006, MOm 2007) ζει ο μεγαλύτερος πληθυσμός του είδους σε παγκόσμιο επίπεδο. Μεσογειακές φώκιες παρατηρούνται σχεδόν σε όλη τη νησιωτική και παράκτια Ελλάδα, καλύπτοντας όλες τις παράκτιες και νησιωτικές ζωογεωγραφικές περιφέρειες: Θράκη-Κ. & Α. Μακεδονία, Ήπειρος, Θεσσαλία, Ιόνια, Στερεά Ελλάδα, Πελοπόννησος, Κυκλάδες, Β.-Α. Αιγαίο, Δωδεκάνησα, Κρήτη (Panou et al. 1993, Dendrinos et al. 1994, 1999, Adamantopoulou et al. 1999a, MOm 2007). Εξαίρεση αποτελούν οι κόλποι Αμβρακικός και Κορινθιακός για τους οποίους, τα τελευταία δέκα χρόνια, δεν υπάρχουν αναφορές για εμφανίσεις φωκών. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω μπορούμε να πούμε ότι το είδος εμφανίζεται σε όλα τα αλιευτικά πεδία της χώρας (όπως αυτά έχουν οριστεί από την ΕΣΥΕ) εκτός από αυτό του Κορινθιακού Κόλπου.

3ii. Χάρτης εξάπλωσης: 
3α. Κατηγορία κινδύνου: 
Κρισίμως Κινδυνεύοντα (CR)
3β. Κριτήρια: 
C2a(i)
4. Αιτιολόγηση της αξιολόγησης: 

Η αξιολόγηση του είδους ως κρισίμως κινδυνεύον αιτιολογείται από την ελάχιστη εκτίμηση μεγέθους του πληθυσμού σε εθνικό επίπεδο, που δεν ξεπερνάει τα 170 άτομα. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται στη μακροχρόνια παρακολούθηση και καταγραφή των επί μέρους πληθυσμών στην περιοχή των Βορείων Σποράδων, στο νησιωτικό σύμπλεγμα Κιμώλου-Πολυαίγου, στη Βόρεια Κάρπαθο και Σαρία, και στη Γυάρο, καθώς επίσης και σε δεδομένα που προέρχονται από τη λειτουργία του εθνικού Δικτύου Διάσωσης και Συλλογής Πληροφοριών (ΔΔΣΠ) για τη Μεσογειακή φώκια (MOm 2007). Επιπρόσθετα γενικότερες εκτιμήσεις που υπάρχουν μέχρι σήμερα για τον πληθυσμό του είδους στη χώρα δίνουν ένα συνολικό αριθμό που δεν ξεπερνά τα 250 ζώα (Reijnders et al. 1977, Johnson et al. 2006).

Το κριτήριο C2a(i) αναφέρει συνεχιζόμενη μείωση, παρατηρημένη, προβλεπόμενη ή αναμενόμενη, του αριθ¬μού των ώριμων ατόμων και πληθυσμιακή δομή όπου κανένας υποπληθυσμός δεν υπολογίζεται να έχει πάνω από 50 ώριμα άτομα. Πρέπει επομένως να τεκμηριωθεί η συνεχιζόμενη μείωση

5. Λόγοι αλλαγής από προηγούμενη αξιολόγηση: 
6. Πληθυσμιακές τάσεις: 
7. Ημερομηνία αξιολόγησης: 
10.04.08
8α. Αξιολογητές: 
Παναγιώτης Δενδρινός, Βαγγέλης Παράβας, Στέλλα Αδαμαντοπούλου, Ευγενία Ανδρουκάκη, Αλέξανδρος Καραμανλίδης, Σπύρος Κοτομάτας, Ελένη Τούντα.
8β. Ελεγκτές: 
-----------
9. Αιτιολόγηση - 9α. Ταξινόμηση: 

Η Μεσογειακή φώκια είναι ένα από τα 33 είδη πτερυγιοπόδων που υπάρχουν στον κόσμο. Πήρε το όνομά της από το γερμανό φυσιοδίφη Johann Hermann το 1779, ο οποίος περιέγραψε το είδος από ένα έκθεμα του Μουσείου του Στρασβούργου (Hermann 1779). Ο Hermann ονόμασε το νέο αυτό είδος Phoca monachus από την ελληνική λέξη μοναχός, εξαιτίας ομοιοτήτων που βρήκε στην εξωτερική του μορφολογία με την εμφάνιση των καλογέρων (Johnson, W.M. 2004). Ο Fleming (Fleming 1822) χρησιμοποίησε το όνομα Monachus για το γένος. Φαίνεται πάντως ότι η γενική ονομασία μοναχός για το είδος ήταν ήδη σε χρήση από ψαράδες της Μεσογείου (Νότια Γαλλία και Αδριατική), λόγω της μοναχικής συμπεριφοράς του είδους (Johnson, W.M. 2004).

9β. Γεωγραφική εξάπλωση: 

Για την παρακολούθηση της κατάστασης των πληθυσμών του είδους στα ελληνικά αρχιπελάγη, η MOm, έχει χαρτογραφήσει τις εμφανίσεις/παρατηρήσεις φωκών πανελλαδικά, τόσο μέσω του εθνικού Δικτύου Διάσωσης και Συλλογής Πληροφοριών, (Adamantopoulou et al. 1999a), όσο και μέσω των ερευνητικών δραστηριοτήτων και δράσεων παρακολούθησης (monitoring) τοπικών πληθυσμών σε διάφορα νησιά. Από τα δεδομένα που έχουν προκύψει μέσω των παραπάνω ερευνητικών δραστηριοτήτων είναι φανερό ότι στην Ελλάδα, το είδος είναι ακόμα ευρύτατα κατανεμημένο, δείχνοντας προτίμηση σε απομονωμένες, βραχώδεις και δυσπρόσιτες νησιωτικές κυρίως, αλλά και παράκτιες περιοχές (Adamandopoulou et al. 1999a). Τα μέχρι τώρα στοιχεία δείχνουν επίσης, ότι σε όλες τις περιοχές οι πληθυσμοί του είδους είναι αρκετά περιορισμένοι σε μέγεθος. Οι μεγαλύτεροι μέχρι στιγμής και μελετημένοι επί σειρά ετών τοπικοί πληθυσμοί, είναι αυτοί της ευρύτερης περιοχής του Εθνικού Θαλάσσιου Πάρκου Αλοννήσου, Βορείων Σποράδων (Dendrinos et al. 1994, 1999, MOm 2007), και του νησιωτικού συμπλέγματός Κιμώλου – Πολυαίγου στις Νοτιοδυτικές Κυκλάδες (MOm 2005). Ιδιαίτερης σημασίας περιοχή για τη Μεσογειακή φώκια είναι η νήσος Γυάρος στις Κυκλάδες, στην οποία πρόσφατα εντοπίστηκε ένας ιδιαίτερα σημαντικός πληθυσμός του είδους (Dendrinos et al., 2008). Άλλοι σημαντικοί, αναπαραγόμενοι πληθυσμοί έχουν καταγραφεί στην περιοχή των Δωδεκανήσων (περιοχή Βόρειας Καρπάθου και Σαρίας) (MOm 2005) καθώς επίσης και στα νησιά του Ιονίου (Ζάκυνθος – Κεφαλονιά) (Panou et al. 1993, Archipelagos 1998).

Όσον αφορά στην κατανομή του είδους αποκλειστικά στη θάλασσα, τα μέχρι σήμερα διαθέσιμα στοιχεία είναι ανεπαρκή. Γενικά, φαίνεται ότι κινούνται και κυνηγούν την τροφή τους κοντά στις ακτές, και κυρίως στον χώρο από την ισοβαθή των 200 μέτρων και ρηχότερα. Παρ’ όλα αυτά, εμφανίζουν ιδιαίτερες δυνατότητες μετακίνησης, αντίστοιχες με αυτές άλλων ειδών πτερυγιοπόδων παρόμοιου μεγέθους (Adamantopoulou 1999b, Dendrinos et al. 2007a).

9γ. Πληθυσμός: 

Η εκτίμηση του μεγέθους του πληθυσμού της Μεσογειακής φώκιας στην Ελλάδα, καθώς και των διακυμάνσεων του στο χρόνο παρουσιάζει πολλές δυσκολίες (Brasseur et al. 1997). Οι ιδιομορφίες στην οικολογία του είδους και η διάσπαρτη εξάπλωσή του στα 4000 νησιά και νησίδες και τα 15.000 χιλιόμετρα ακτογραμμής της χώρας είναι οι κυριότερες. Οι παράγοντες αυτοί, σε συνδυασμό με τη σπανιότητα του είδους, καθιστούν σχεδόν αδύνατη τη χρήση κοινών μεθόδων που εφαρμόζονται για τον προσδιορισμό του μεγέθους των πληθυσμών, άλλων, πολυπληθέστερων ειδών πτερυγιοπόδων. Κλασσικές μέθοδοι εκτίμησης ή καταμέτρησης πληθυσμού, όπως η χρήση εναέριων μέσων και η αεροφωτογράφιση μεγάλων αποικιών, καταμετρήσεις από απόσταση, μέθοδοι σύλληψης-επανασύλληψης με φωτοταυτοποίηση, κ.ά. δεν έχουν εφαρμοστεί στους τοπικούς πληθυσμούς Μεσογειακής φώκιας, λόγω της ιδιαιτερότητας των χερσαίων ενδιαιτημάτων τους (θαλασσινές σπηλιές με ιδιαίτερα δύσκολη πρόσβαση σε απομονωμένες και δυσπρόσιτες περιοχές της νησιωτικής και παράκτιας χώρας).
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι με τα σημερινά διαθέσιμα δεδομένα δεν είναι δυνατή μια τεκμηριωμένη εκτίμηση για το συνολικό πληθυσμό των φωκών που ζει σήμερα στην Ελλάδα. Όσον αφορά σε συγκεκριμένους σημαντικούς τοπικούς πληθυσμούς, η μακρόχρονη επιτόπια επιστημονική παρακολούθησή τους με συγκεκριμένη κοινή μεθοδολογία μας επέτρεψε τον προσδιορισμό της τάξης μεγέθους τους. Οι περιοχές αυτές είναι:
1. H περιοχή του Βορείων Σποράδων,
2. H περιοχή της Κιμώλου-Πολυαίγου και της Γυάρου στις Κυκλάδες,
3. Η περιοχή της Καρπάθου-Σαρίας στα Δωδεκάνησα.
Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε στις παραπάνω περιοχές (από το 1990 στις Σποράδες και από το 1997 στις υπόλοιπες δύο) βασίστηκε κυρίως στην καταγραφή και παρακολούθηση των χερσαίων ενδιαιτημάτων του είδους και τη λεπτομερή καταγραφή της ετήσιας παραγωγής νεογέννητων (MOm 2007).

Παράλληλα ο πληθυσμός της Μεσογειακής φώκιας σε εθνικό επίπεδο παρακολουθείται έμμεσα μέσω του εθνικού Δικτύου Διάσωσης και Συλλογής Πληροφοριών για τη Μεσογειακή φώκια  (Adamantopoulou et al., 1999a). Το δίκτυο λειτουργεί από το 1991 και αυτή τη στιγμή περιλαμβάνει περισσότερα από 1700 μέλη σε εθνικό επίπεδο. Παρά το γεγονός ότι οι πληροφορίες αυτές δεν προέρχονται από ειδικούς, αποτελούν ένα σημαντικό όγκο δεδομένων, που μετά από προσεκτική αξιολόγηση και ανάλυση, συμπληρώνει τις παρατηρήσεις που γίνονται άμεσα κατά τις επιτόπιες έρευνες.

Η εκτίμηση του μεγέθους των πληθυσμών έχει στηριχθεί στην αναλογία του συνολικού πληθυσμού (εκτός νεογέννητων) του είδους σε μια περιοχή προς τη μέση ετήσια παραγωγή νεογέννητων η οποία καταγράφηκε στην ίδια περιοχή (MOm, 2007). Συνολικά, ο μέσος όρος των καταγεγραμμένων γεννήσεων για την Ελλάδα (συμπεριλαμβανομένων τόσο των στοιχείων της καταγραφής νεογέννητων στις σημαντικές περιοχές των Β. Σποράδων, Κιμώλου, Γυάρου και Καρπάθου, όσο και των στοιχείων του Δικτύου Διάσωσης και Συλλογής Πληροφοριών) για το διάστημα 1997 μέχρι και 2006 είναι 27.4 νεογέννητες φώκιες ανά έτος, που αντιστοιχούν σε έναν πληθυσμό 170 ατόμων όλων των ηλικιών εκτός νεογέννητων. Η εκτίμηση αυτή θεωρείται ιδιαίτερα «συντηρητική» και αντιπροσωπεύει τον ελάχιστο πληθυσμό σε επίπεδο χώρας. Τέτοιου τύπου εκτίμηση μπορεί να εφαρμοστεί αποτελεσματικά κυρίως στις περιοχές όπου υπάρχει συστηματική καταγραφή γεννήσεων. Τα δεδομένα για τις γεννήσεις που προέρχονται από το Δίκτυο Διάσωσης και Συλλογής Πληροφοριών, όσο σημαντικά και αν είναι, αποτελούν προφανώς μόνον ένα δείγμα του πραγματικού αριθμού γεννήσεων Μεσογειακής φώκιας σε εθνικό επίπεδο. Η μη συστηματική καταγραφή των γεννήσεων σε περιοχές όπου έχει φανεί ότι είναι σημαντικές για την αναπαραγωγή της Μεσογειακής φώκιας (νησιά του Ιονίου, Κύθηρα, Άγιος Ευστράτιος, κ.α.), μειώνει σε σημαντικό βαθμό το τελικά εκτιμώμενο μέγεθος του πληθυσμού του είδους σε εθνικό επίπεδο.

9δi. Ενδιαίτημα και οικολογία (κείμενο): 

Οι Μεσογειακές φώκιες σε αντίθεση με τα συγγενικά τους είδη, χρησιμοποιούν ως χερσαία ενδιαιτήματα καλά προφυλαγμένες θαλασσινές σπηλιές / καταφύγια, που βρίσκονται σε απομακρυσμένες και δυσπρόσιτες παράκτιες ή νησιωτικές τοποθεσίες. Οι σπηλιές αυτές, που μπορεί να έχουν μία ή και περισσότερες εισόδους πάνω ή και κάτω από την επιφάνεια του νερού, έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό, ότι καταλήγουν σε παραλία (σχετικά επίπεδο χώρο με άμμο, βότσαλα, κροκάλες είτε επίπεδο βράχο) (Harwood et al., 1987; Marchessaux, 1989).

Από τα μέχρι τώρα επιστημονικά δεδομένα τόσο της MOm, όσο και άλλων ερευνητών, έχει γίνει φανερό ότι οι θηλυκές Μεσογειακές φώκιες εμφανίζουν συγκεκριμένες προτιμήσεις στην επιλογή των χερσαίων ενδιαιτημάτων που χρησιμοποιούν για να γεννήσουν και να γαλουχήσουν τα μικρά τους. Παλαιότερες έρευνες είχαν δείξει πως αυτή η επιλογή περιοριζόταν σε σπηλιές / καταφύγια οι οποίες καταλήγουν μετά από ένα σκοτεινό και μακρύ διάδρομο σε μια στεγνή και σταθερή επιφάνεια όπως παραλία ή επίπεδος βράχος (Mursaloglu 1986, Karamanlidis et al. 2004). Τελευταίες μελέτες έχουν δείξει όμως ότι υπάρχει μια σειρά σημαντικών παραγόντων που παίζουν ρόλο στην επιλογή της κατάλληλης σπηλιάς από τις ετοιμόγεννες θηλυκές φώκιες (Dendrinos et al. 2007b). Οι σημαντικότεροι από αυτούς είναι, η μη ύπαρξη οπτικής επαφής μεταξύ του χερσαίου χώρου της σπηλιάς και του εξωτερικού περιβάλλοντος, ο σχετικά περιορισμένος εσωτερικός φωτισμός, η ύπαρξη πολλαπλών εξόδων καθώς και η ύπαρξη μαλακού υποστρώματος στο στεγνό μέρος της σπηλιάς (παραλία με άμμο ή λεπτά βότσαλα). Η ύπαρξη τέτοιων κατάλληλων χερσαίων ενδιαιτημάτων αναπαραγωγής σε μία περιοχή θεωρείται παράγοντας πολύ μεγάλης σημασίας για την διατήρηση του είδους.

Από τη συστηματική παρακολούθηση σημαντικών περιοχών αναπαραγωγής του είδους (όπως αυτή των Βορείων Σποράδων) προέκυψε επίσης ότι η χρήση των χερσαίων ενδιαιτημάτων εμφανίζει έντονη εποχικότητα, αφού η συντριπτική πλειοψηφία των γεννήσεων καταγράφηκε κατά τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο με αιχμή κατά τη διάρκεια του πρώτου δεκαημέρου του Οκτωβρίου (Dendrinos et al.1999).

Ο συνδυασμός δεδομένων σχετικών με τα είδη τροφικής προτίμησης (αδημοσίευτα στοιχεία της MOm από την ανάλυση στομαχικών περιεχόμενων σε νεκρά ζώα στα οποία πραγματοποιήθηκαν νεκροψίες σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα μετά το θάνατό τους), με δεδομένα προερχόμενα από καταγραφές αλληλεπιδράσεων με αλιευτικά εργαλεία (δίχτυα, παραγάδια) και από μια προσπάθεια δορυφορικής παρακολούθησης του είδους (Dendrinos et al. 2007a), οδηγούν στην εκτίμηση ότι το κύριο θαλάσσιο ενδιαίτημα της Μεσογειακής φώκιας βρίσκεται μέσα στο χώρο που ορίζεται από την ακτή έως και την ισοβαθή των 200 μέτρων. Αυτή η εκτίμηση βρίσκεται σε συμφωνία και με τα μέχρι τώρα αντίστοιχα δεδομένα από άλλες μελέτες (Gazo et al. 2005, 2006).

9εi. Απειλές (κείμενο): 

Οι κύριες απειλές, όπως προκύπτουν μέχρι σήμερα, για τους πληθυσμούς της Μεσογειακής φώκιας στην Ελλάδα (Archipelagos/MOm 1996, Androukaki et al. 2006, Johnson et al. 2006, Borrell et al. 2007, Karamanlidis et al., 2008) είναι:

 Η ηθελημένη θανάτωση φώκων,
 Η αλλοίωση και η προοδευτική καταστροφή των παράκτιων οικοσυστημάτων, και κατά συνέπεια των διαθέσιμων ενδιαιτημάτων του είδους, εξαιτίας κυρίως των αυξανόμενων ανθρώπινων δραστηριοτήτων (βιομηχανία, τουρισμός),
 H μείωση της διαθέσιμης τροφής λόγω υπεραλίευσης,
 Τυχαίοι θάνατοι φώκιας σε αλιευτικά εργαλεία (πνιγμός από ασφυξία),
 Η ρύπανση του θαλάσσιου περιβάλλοντος,
 Τυχαία γεγονότα, όπως η εμφάνιση επιδημίας μέσα σε ένα πληθυσμό.

Άλλη

7.7. Σεισμοί, Διάβρωση, Κατακρημνίσεις σπηλαίων.
11. Ηθελημένη θανάτωση.

9στ. Kαθεστώς προστασίας: 

Η Μεσογειακή φώκια θεωρείται διεθνώς απειλούμενο είδος και συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο των απειλουμένων ειδών της Διεθνούς Ένωσης για την Προστασία της Φύσης (IUCN, 1996). Το είδος συμπεριλαμβάνεται επίσης:
• στη Σύμβαση της Βόννης για τη Διατήρηση των Μεταναστευτικών Ειδών των Αγρίων Ζώων (1979),
• στη Σύμβαση της Βέρνης για τη Διατήρηση της Άγριας Ζωής και του Φυσικού Περιβάλλοντος της Ευρώπης (1979),
• στη Σύμβαση της Βαρκελώνης για την Προστασία της Μεσογείου από τη Ρύπανση (1977),
• στη Σύμβαση της Ουάσιγκτον για το Διεθνές Εμπόριο των Απειλουμένων Ειδών Άγριας Πανίδας και Χλωρίδας, CITES, (1973) και
• στο Πρωτόκολλο για Περιοχές Ειδικής Προστασίας (Specially Protected Areas, 1982) επικυρωμένο από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από την Ελλάδα.

Ως το πιο απειλούμενο θαλάσσιο θηλαστικό της Ευρώπης, η Μεσογειακή φώκια είναι είδος με κοινοτικό ενδιαφέρον για την Ευρωπαϊκή Ένωση και αναφέρεται ως είδος προτεραιότητας στο Παράρτημα ΙΙ της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 1992 για τη Διατήρηση των Φυσικών Οικοτόπων και της Άγριας Πανίδας και Χλωρίδας (Οδηγία περί Βιοτόπων). Στην Ελλάδα, η Μεσογειακή φώκια προστατεύεται από το Προεδρικό Διάταγμα 67/1981.

9ζ. Χρήση: 

Οι πληθυσμοί της Μεσογειακής φώκιας έχουν μειωθεί πλέον σε τέτοιο βαθμό που η οικονομική εκμετάλλευση του είδους δεν έχει νόημα. Η μόνη επίδραση του είδους στην οικονομική ζωή του ανθρώπου σχετίζεται με τις αλληλεπιδράσεις του με την παράκτια αλιεία και τις ιχθυοκαλλιέργειες. Στην προσπάθειά τους να τραφούν από τα αλιευτικά εργαλεία των ψαράδων και τους ιχθυοκλωβούς οι φώκιες πολλές φορές προκαλούν ζημιές στον εξοπλισμό και την ιχθυοπαραγωγή (ΜOm, 2007).

10. Βιβλιογραφία: 

Adamantopoulou, S., E. Androukaki, & S. Kotomatas. 1999a. The Distribution of the Mediterranean Monk Seal in Greece based on an information network. Contributions to the Zoogeography and Ecology of the Eastern Mediterranean Region 1: 399-404.

Adamantopoulou, S., E. Androukaki, P. Dendrinos, & S. Kotomatas. 1999b. Evidence on the Movements of the Mediterranean Monk Seal (Monachus monachus) in Greece. In: 13th Biennial Conference on the Biology of Marine Mammals, Maui, Hawaii, The Society for Marine Mammalogy. 2.

Androukaki, E., A. Chatzispyrou, S. Adamantopoulou, P. Dendrinos, A. Komnenou, I. Kuiken, E. Tounta, & S. Kotomatas. 2006. Investigating the causes of death in monk seals, stranded in coastal Greece (1986-2005). In: I. Kuklik, ed. 20th Conference of the European Cetacean Society, Gdynia, Poland, ECS. 112.

ARCHIPELAGOS/MOm. 1996. Strategy for the Protection of the Mediterranean Monk Seal Monachus monachus in Greece. Pages 1-10. Archipelagos - Marine and Coastal Management; MOm - Hellenic Society for the Study and Protection of the Monk Seal, Athens, Greece.

ARCHIPELAGOS. 1998. Monk seal Conservation in the Central Ionian Sea (January 1996 - December 1997). Pages? Archipelagos - Marine and coastal management, Argostoli, Greece.

Borell A, Cantos G, Aguilar A, Androukaki E, Dendrinos P. 2007. Concentrations of organochlorine pesticides and PCBs in Mediterranean monk seals (Monachus monachus) from Western Sahara and Greece. Science of the Total Environment 381: 316–325

Brasseur, S.M.J.M., P.J.H. Reijnders, & G. Verriopoulos. 1997. Mediterranean Monk Seal Monachus monachus. In: P.J.H. Reijnders, G. Verriopoulos & S.M.J.M. Brasseur, eds. IBN Scientific Contributions 8. Status of Pinnipeds relevant to the European Union. Institute for Forestry and Nature Research (IBN-DLO), Wageningen, The Netherlands. 12-26.

Dendrinos, P., E. Tounta, S. Kotomatas, & A. Kottas. 1994. Recent data on the Mediterranean Monk Seal population of the Northern Sporades. Bios (Macedonia/Greece) 2: 11-16.

Dendrinos, P., S. Kotomatas, & E. Tounta. 1999. Monk seal Pup Production in the National Marine Park of Alonissos-N.Sporades. Contributions to the Zoogeography and Ecology of the Eastern Mediterranean Region 1: 413-419.

Dendrinos, P., A.A. Karamanlidis, E. Androukaki & B.J. McConnell. 2007a. Diving development and behavior of a rehabilitated Mediterranean monk seal (Monachus monachus). Marine Mammal Science. 23 (2): 387-397).

Dendrinos, P., A.A. Karamanlidis, S. Kotomatas, A. Legakis, E. Tounta, & J. Matthiopoulos. 2007b. Pupping habitat use in the Mediterranean monk seal: a long-term study. Marine Mammal Science, 23 (3): 615-628.

Dendrinos, P., Karamanlidis A.A, Kotomatas S., Paravas V., and Adamantopoulou S. 2008. Report of a new Mediterranean monk seal breeding colony in the Aegean Sea – Greece, Submitted to Marine Mammal Science.

Fleming, J. 1822. The Philosophy of Zoology. 2. Edinburgh & London: 1-618, illus., page 187.
Gazo, M., & A. Aguilar. 2005. Maternal attendance and diving behavior of a lactating Mediterranean monk seal. Marine Mammal Science 21 (2): 340-345.

Gazo, M., C. Lydersen, & A. Aguilar. 2006. Diving behaviour of Mediterranean monk seal pups during lactation and post weaning. Marine Ecology Progress Series 308: 303-309.

Harwood, J., ed 1987. Population biology of the Mediterranean Monk Seal in Greece. Cambridge, UK: 1-72.

Hermann, J. 1779. Beschreibung der Moenchs-Robbe. Beschaeftigungen der Berlinischen Gesellschaft Naturforschender Freunde 4 (XIX): 456-509, pl. 12-13.

Johnson, W.M., Karamanlidis, A.A., Dendrinos, P., de Larrinoa, P.F., Gazo, M., Gonzàlez, L.M., Güçlüsoy, H., Pires, R. & Schnellmann, M. (2006) Monk Seal Fact Files. Biology, Behaviour, Status and Conservation of the Mediterranean monk seal, Monachus monachus. The Monachus Guardian [http://www.monachus-guardian.org.htm, accessed 20 September 2006].

Johnson, W.M. 2004. Monk seals in Post-Classical History. The role of the Mediterranean monk seal (Monachus monachus) in European history and culture, from the fall of Rome to the 20th century. Mededelingen 39. The Netherlands Commission for International Nature Protection, Leiden: 1-91., 31 figs.

Karamanlidis, A.A., R. Pires, N.C. Silva, & H.C. Neves. 2004. The availability of resting and pupping habitat for the Critically Endangered Mediterranean monk seal Monachus monachus in the archipelago of Madeira. Oryx 38 (2): 180-185.

Karamanlidis, A.A, Androukaki E, Adamantopoulou S, Chatzispyrou A, Johnson W.M, Kotomatas S, Papadopoulos A, Paravas V, Paximadis G, Pires R, Tounta E, Dendrinos P. 2008. Assessing accidental entanglement as a threat to the Mediterranean monk seal. Endangered Species Research in Press.

Marchessaux, D. 1989. Recherches sur la Biologie, l'Ecologie et le Statut du Phoque Moine, Monachus monachus. GIS Posidonie Publ., Marseille, France: 1-280.

MOm (2005) Status report of the Mediterranean monk seal populations in Kimolos-Polyaigos and Karpathos-Saria areas. Final report to E.C. of the LIFE – Nature 2000 Project (LIFE00NAT/GR/7248). MOm/Hellenic Society for the Study and Protection of the Monk Seal. Athens, February 2005. 1-34.

MOm 2007: Mediterranean monk seal (Monachus monachus) status in Greece. Report submitted to the Hellenic Ministry of Rural Development and Food. Athens 2007. 1-41.

Mursaloglu, B. 1986. Pup-mother-environment relations in the Mediterranean Monk seal, Monachus monachus (Hermann, 1779), on Turkish coasts. Commun. Fac. Sci. Univ. Ank. Ser. C 4 (1-2): 1-8.

Panou, A., J. Jacobs, & D. Panos. 1993. The Endangered Mediterranean Monk Seal Monachus monachus in the Ionian Sea, Greece. Biological Conservation 64 (2): 129-140.

Reijnders, P. J. H., G. Verriopoulos and S. M. J. M. Brasseur. 1997. Status of Pinnipeds Relevant to the European Union. Pages 1-195. Institute for Forestry and Nature Research (IBN-DLO), Wageningen, The Netherlands.

A. Ενδιαίτημα (Βαθμολογία: 1 = κύριο ενδιαίτημα, 2 = δευτερογενές ενδιαίτημα, 9 = πιθανά κατάλληλο ενδιαίτημα): 

7. Θαλάσσια

7.1. Ανοιχτή θάλασσα = 1

7.2. Ρηχά νερά [συνήθως με βάθος μικρότερο των 6μ στην άμπωτη, περιλαμβάνει κόλπους και στενά] = 1

7.3. Υποθαλάσσια λιβάδια = 1

8. Ακτές

8.1. Βραχώδεις ακτές [περιλαμβάνονται βραχονησίδες και θαλάσσιοι γκρεμοί] = 1

8.2. Χαλικώδεις και αμμώδεις παραλίες [περιλαμβάνει αμμολουρίδες, αμμονησίδες, θίνες] = 2

8.3. Εκβολές ποταμών = 9

8.6. Παράκτιες υφάλμυρες/αλμυρές λιμνοθάλασσες με τουλάχιστον μια ένωση με τη θάλασσα = 9

8.8. Καρστικά και άλλα Υπόγεια Υδρολογικά Συστήματα [θαλάσσια/παράκτια] = 1

12. Άλλο = 1

Θαλάσσια σπήλαια με είσοδο πάνω ή κάτω από το νερό και εσωτερικό με ύπαρξη ή μη χερσαίας επιφάνειας.

Β. Βασικές απειλές (παλαιά): 
Β. Βασικές απειλές (υφιστάμενη): 
Β. Βασικές απειλές (μελλοντική): 
Bi. Δράσεις διαχείρισης (υπάρχουν): 
Bii. Δράσεις διαχείρισης (απαιτούνται): 
Mon, 2019-08-26 13:15 -- Anna
Scratchpads developed and conceived by (alphabetical): Ed Baker, Katherine Bouton Alice Heaton Dimitris Koureas, Laurence Livermore, Dave Roberts, Simon Rycroft, Ben Scott, Vince Smith